Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Δασκαλοι του Γενους

Ο Αδαμάντιος Κοραής (27 Απριλίου 1748Σμύρνη – 6 Απριλίου 1833 ΠαρίσιΓαλλία), ήταν Έλληνας φιλόλογος με βαθιά γνώση του ελληνικού πολιτισμού. Ο Κοραής είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού και μνημονεύεται κυρίως για τις γλωσσικές του απόψεις και την υποστήριξη της καθαρεύουσας

Νεανικά χρόνια

Ο Αδαμάντιος Κοραής καταγόταν από εμπορική οικογένεια στην οποία όμως υπήρχε παράδοση ενασχόλησης με τα γράμματα. Από νεαρή ηλικία έδειξε το ενδιαφέρον του για την παιδεία και η πρώτη του επαφή με τις ξένες γλώσσες έγινε στην Σμύρνη, χάρη στη διδασκαλία του Bernhard Keun, Ολλανδού ιερέα που ζούσε εκεί, στον οποίον ο Κοραής δίδασκε ελληνικά ως αντάλλαγμα για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Επιθυμία της οικογένειάς του όμως ήταν να ασχοληθεί με το εμπόριο, γι' αυτό και το 1771 κατέληξαν στην συμβιβαστική λύση να μεταβεί στοΆμστερνταμ, όπου, παράλληλα με τις οικογενειακές επιχειρήσεις, θα μπορούσε να διευρύνει τους ορίζοντές του και να αποκτήσει την καλλιέργεια που επιθυμούσε. Η απόπειρά του να ασχοληθεί με το εμπόριο απέτυχε και έτσι το 1777 εγκατέλειψε το Άμστερνταμ και επέστρεψε στην Σμύρνη, απ' όπου έφυγε ξανά το 1782, για ιατρικές σπουδές στο Μονπελιέ της Γαλλίας

Τα πρώτα έργα

Το 1783 πέθανε ο πατέρας του και το 1784 η μητέρα του και από τότε ο Κοραής άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Για βιοποριστικούς λόγους έκανε μεταφράσεις στα γαλλικά από γερμανικά και αγγλικά βιβλία, όπως η Κατήχησις του Ρώσου μητροπολίτη Πλάτωνος και η Κλινική Ιατρική του Γερμανού ιατροφιλοσόφου Selle. Το 1788, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι με σκοπό να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα γράμματα και την εθνική αφύπνιση. Ενώ δέχτηκε την γαλλική υπηκοότητα, η συνείδησή του παρέμεινε καθαρά ελληνική. Στο Παρίσι συνέχισε να κάνει μεταφράσεις ιατρικών κυρίως βιβλίων στα γαλλικά και ταυτόχρονα άρχισε να συγγράφει κείμενα σχετικά με την κατάσταση του ελληνισμού: με το κείμενό του Αδελφική Διδασκαλία αντιτάχθηκε στις συντηρητικές θέσεις της Πατρικής Διδασκαλίας, η οποία αντιδρούσε απέναντι στον Διαφωτισμό και την πνευματική πρόοδο και υποστήριζε την Οθωμανική κυριαρχία. Με τα ποιήματα Άσμα Πολεμιστήριον και Σάλπισμα Πολεμιστήριον προσπάθησε να τονώσει τις ελπίδες των Ελλήνων για την απελευθέρωση και να ενισχύσει την αγωνιστική διάθεση, σε μια περίοδο κατά την οποία η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο δημιουργούσε προσδοκίες για ενδεχόμενη βοήθεια των Γάλλων προς τους Έλληνες. Αποτέλεσμα αυτών των προσδοκιών ήταν και το κείμενό του Υπόμνημα περί της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος

Φιλολογικό έργο

Επηρεασμένος από τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού, μαχόταν με τα γραπτά του υπέρ της πνευματικής αναγέννησης της Ελλάδας. Κύριο μέλημά του ήταν η πνευματική ανάπτυξη του γένους, την οποία θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Στην ανανέωση της παιδείας προσπάθησε να συμβάλει και σε πρακτικό επίπεδο, με τις φιλολογικές εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στην σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη, αλλά και θεωρητικά, κυρίως στα προλεγόμενα που προέτασσε στις εκδόσεις, τους Αυτοσχέδιους Στοχασμούς περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης. Η εκδοτική του δραστηριότητα ξεκίνησε το 1799, με τους Χαρακτήρες του Θεόφραστου. Την επόμενη χρονιά τύπωσε το Περί ανέμων, υδάτων και τόπων του Ιπποκράτη, έκδοση που βραβεύτηκε το 1810, και το 1804 τα Αιθιοπικά του Ηλιοδώρου, η εισαγωγή του οποίου είναι η πρώτη ελληνική πραγματεία για το λογοτεχνικό είδος τουμυθιστορήματος. Μετά το 1805 ενέταξε τις εκδόσεις του στην σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη, η οποία συνεχίστηκε έως το 1827, με την χορηγία των αδερφών Ζωσιμά. Στην Ελληνική Βιβλιοθήκηεξέδωσε, μεταξύ άλλων, τους Βίους Παραλλήλους του Πλουτάρχου, Λόγους του Ισοκράτη, τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες της ΙλιάδαςΓαληνόΣτράβωναΜάρκο Αυρήλιο, τα Πολιτικά και ταΗθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα

Θεολογικό έργο

Ο Αδαμάντιος Κοραής, ως μία πολυσχιδής προσωπικότητα, ασχολήθηκε και με το θεολογικό κομμάτι της επιμόρφωσης των Ελλήνων. Ο ίδιος ήταν συνειδητά ορθόδοξος χριστιανός[1], αλλά πίστευε πως η ορθόδοξη εκκλησία είχε αλλοιωθεί αρκετά σε σχέση με το αρχική πίστη των αποστόλων, θεωρώντας ιδιαιτέρως υπεύθυνο για αυτό το μοναχισμό[2], αλλά και την έλλειψη παιδείας που παρατηρούσε. Ο ίδιος επεδίωκε ουσιαστικά μία μεταρρύθμιση βασισμένη πάνω στην επιμόρφωση των υποδούλων Ελλήνων, εξ ου και ο θερμός χαιρετισμός του για τη λειτουργία της Αθωνιάδας σχολής[3]. Η προσπάθεια της αναγέννησης αυτής, θεωρείται πως είχε επηρεασθεί αισθητά από το κίνημα του διαφωτισμού και τις βάσεις των προτεσταντικώνθεμελίων[4], χωρίς αυτό να σημαίνει πως εξαιρούσε από την κριτική του και τις προτεσταντικές εκκλησίες[5]. Τελικά επεδίωξε μία μεταρρύθμιση για την ορθόδοξη εκκλησία, βασισμένη πάνω στο μεταφυσικό οικοδόμημα του προτεσταντισμού, θεμέλια που σήμερα κάποιοι υποστηρίζουν πως έχουν κατεδαφιστεί από τις σύγχρονες κοινωνικές και θετικές επιστήμες[6].
Ο Αδαμάντιος Κοραής στα θεολογικά θέματα, συχνά παρότρυνε τους ιερείς να αρχίσουν να κηρύττουν και να εξηγούν την Αγία Γραφή μέσα στις εκκλησίες, για την οποία έλεγε ότι «αν και είναι έργον αυτού του Θεού» έχει φθαρεί από την επίδραση της ανθρώπινης κακίας ώστε «η σημερινή θρησκεία δεν είναι πλέον η αυτή και απαράλλακτος θρησκεία, καθώς εξήλθεν από τας χείρας του Ιησού». Ήταν θερμός υποστηριχτής της διάδοσης της Αγίας Γραφής. Χαρακτηριστικό είναι πως σε γράμμα του στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο της Oυγγροβλαχίας, έγραφε «Μόνον του Ευαγγελίου η διδαχή εμπορεί να σώση την αυτονομίαν του Γένους». [7]
Η γενική κατάπτωση στην οποία βρίσκονταν οι Έλληνες αναφορικά με την χριστιανική πίστη τους και το γεγονός ότι τα κηρύγματα των ιεροκηρύκων της εποχής αναφέρονταν μόνο σε ηθικά διδάγματα παραλείποντας την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία υποκίνησε κληρικούς και άλλους θρησκευόμενους της εποχής να εκδώσουν θρησκευτικά βιβλία με σκοπό την κατήχηση των πιστών περί του δόγματος, της λατρείας και του ήθους[8]. Σύμφωνα με τον μητροπολίτη Νεκτάριο Πενταπόλεως, «εντός της Ελληνικής Ορθοδοξίας η πρώτη σημαντική προσπάθεια εις τον τομέα αυτόν [δηλ. την κατήχηση του λαού] οφείλεται εις τον μεγάλον διδάσκαλον του Γένους Αδαμάντιον Κοραήν». Ο Κοραής καταπολέμησε την κοινή τότε άποψη ότι η κατήχηση των Χριστιανών είναι περιττή και αναζήτησε διαθέσιμα έργα Ορθόδοξης κατήχησης. Εντόπισε και θεώρησε ως καλύτερο τους είδους του την Ορθόδοξον διδασκαλίαν του μητροπολίτη ΜόσχαςΠλάτωνα, ο οποίος το είχε συντάξει το 1765 κατόπιν αιτήματος του Μεγάλου Δούκα και μετέπειτα Τσάρου της Ρωσίας Παύλου. Ο Κοραής μετέφρασε το έργο αυτό από τη γερμανικήέκδοση στα ελληνικά και αφού το εμπλούτισε με αγιογραφικές παραπομπές και άλλες πρόσθετες σημειώσεις το παρέδωσε για χρήση στο λαό το 1772. Σύμφωνα με τον Νεκτάριο Πενταπόλεως, «αι πολλαί υποσημειώσεις, άπασαι του Αδ. Κοραή, αποκαλύπτουσαι την βαθείαν γνώσιν των θεμάτων του Χριστιανισμού υπό του μεγάλου αυτού διδασκάλου του Γένους». Η κατήχηση αυτή διαδόθηκε ευρύτατα μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και όταν απέκτησε την ανεξαρτησία του το ελληνικό κράτος τυπώθηκε επανειλημμένα στην Αθήνα «με έγκρισιν της Ιεράς Συνόδου και του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείου [...] προς χρήσιν των απανταχού Γυμνασίων και Σχολείων». Η εμπλουτισμένη από τον ΚοραήΚατήχηση αποδείχτηκε «ωφελιμοτάτη δια τους κατά πρώτον εξερχόμενους από της πλήρους αγνοίας Έλληνας». Στη συνέχεια ακολούθησαν πλήθος άλλων Κατηχήσεων για χρήση από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα τόσο εντός του Βασιλείου της Ελλάδας όσο και στις περιοχές της Οθωμανική αυτοκρατορίας.
Ένα άλλο όμως σύγγραμα του Κοραή δεν είχε την ίδια τύχη. Το «Συνέκδημον Ιερατικόν», μιλούσε για την δεισιδαιμονία, την τιτλομανία και την ηθική κατάπτωση μέρους του κλήρου, γράφοντας χαρακτηριστικά: «O φίλαρχος ιερωμένος καταντά εις φονικόν τύραννον, ο φιλόπλουτος εις αισχροκερδή γόητα και ο φιλήδονος γίνεται ίππος θηλυμανής». Επίσης συνιστούσε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής και την ανακαίνιση των εκκλησιών. Το 1839 το βιβλίο καταδικάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο[9]
Ο Κοραής ήταν θερμός υποστηριχτής της ανεξηθρησκίας

Απόψεις για τη γλώσσα και την παιδεία

Στα «Προλεγόμενα» των εκδόσεων αρχαίων συγγραφέων κατέθετε τις προτάσεις του για την παιδεία, το περιεχόμενο των μαθημάτων, τα εγχειρίδια και τις μεθόδους της διδασκαλίας και κυρίως την γλώσσα, που ήταν το βασικό μέλημα των λογίων κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Βασικές του ιδέες ήταν η ανάγκη «μετακένωσης» της δυτικής παιδείας στην Ελλάδα και ο εκσυγχρονισμός της διδασκαλίας (μεταξύ άλλων υποστήριζε την αλληλοδιδακτική μέθοδο, την αποφυγή της χρήσης της αρχαίας γλώσσας στην διδασκαλία και την συγγραφή νέων εγχειριδίων γραμματικής καθώς και λεξικών, για τα οποία κατέθετε συγκεκριμένες προτάσεις). Για την εφαρμογή των ιδεών του συμμετείχε στην ομάδα των λογίων που ίδρυσαν το1811 το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος, στο οποίο αρθρογραφούσε συχνά.
Ως κύριο στόχο είχε διαμόρφωση ενός γλωσσικού οργάνου κατάλληλου για την πνευματική ανάπτυξη. Ανάμεσα στις δύο αντίρροπες τάσεις της εποχής, την αποκλειστική χρήση της ομιλουμένης γλώσσας και την επαναφορά της αρχαίας, ο Κοραής κράτησε μία ενδιάμεση στάση: βάση του ήταν η ομιλουμένη γλώσσα, για την οποία πρότεινε τον «καθαρισμό» από ξένες και ιδιωματικές λέξεις και την γενικότερη «διόρθωση» από τους λογίους. Οι υποδείξεις του Κοραή οδήγησαν στην διαμόρφωση της γλωσσικής μορφής που ονομάστηκε καθαρεύουσα και για αυτές τις θέσεις δέχτηκε επικρίσεις τόσο από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας όσο και από τους υποστηρικτές της ομιλουμένης γλώσσας

Τελευταία χρόνια

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, τήρησε αρνητική στάση καθώς πίστευε ότι δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να επιτευχθεί αυτονομία. Προσπάθησε όμως να βοηθήσει με διάφορα μέσα: αλληλογραφούσε με φιλέλληνες πολιτικούς και έγραφε άρθρα σε ξένα έντυπα για να προβάλει την Επανάσταση. Μετά την απελευθέρωση εναντιώθηκε στην πολιτική του Καποδίστρια, τον οποίο βέβαια είχε συναντήσει στο παρελθόν, επειδή θεωρούσε αυταρχική την συγκέντρωση όλων των εξουσιών στο πρόσωπο του κυβερνήτη. Τις αντιπολιτευτικές του θέσεις διατύπωνε σε διαλογικά κείμενα που δημοσίευε με ψευδώνυμο. Για την στάση του αυτή έφθασε να θεωρείται και ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του.
Μετά τον θάνατό του, το 1833, εκδηλώθηκαν εναντίον του αντιδράσεις, με αρνητικές κριτικές για τις πολιτικές και γλωσσικές του ιδέες.
Η μαρμάρινη προτομή του κοσμεί το Λύκειο της Χίου, το οποίο κληρονόμησε την βιβλιοθήκη του, ενώ άγαλμά του υπάρχει και έξω από την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου στην Αθήνα.

Συνθηκη Κιουτσουκ-Καιρνατζι


Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή πήρε το όνομά της από το ομώνυμο βουλγαρικό χωριό, (σήμερα ονομάζεται Kainarca), κοντά στη Σιλιστρία, στο οποίο υπογράφηκε το 1774, που ήταν το αποτέλεσμα του πρώτου μεγάλου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74), στον οποίο ηΡωσία κατέλαβε την Αζοφική, την Κριμαία και τη Βεσσαραβία. Υπό τον κόμητα στρατάρχη Πέτρου Ρουμιάντσωφ, ή Ρουμιαντζώφ, οι Ρώσοι επέδραμαν στη Μολδαβία και νίκησαν τους Οθωμανούς στη Βουλγαρία. Οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και στις 21 Ιουλίου1774 υπογράφτηκε η ομώνυμη Συνθήκη ειρήνης. Με τη συνθήκη αυτή η Ρωσία διαμόρφωσε τη διπλωματική βάση για περαιτέρω επέμβαση στα εσωτερικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας[1].
Η Συνθήκη αυτή συντάχθηκε και υπογράφηκε μέσα σε 6 ημέρες και περιλαμβάνει 28 φανερά και 2 μυστικά άρθρα

Οι όροι

  • . Από πλευράς Ρωσίας προς Οθωμανική αυτοκρατορία:
  1. Η Ρωσία αναγνώρισε την πολιτική ανεξαρτησία των Τατάρων της Κριμαίας, της Βεσσαραβίας και του Κουμπάν καθώς και την θρησκευτική μόνο εξάρτηση αυτών από τον Σουλτάνο με την ιδιότητα του Χαλίφη.
  2. Η Ρωσία επιστρέφει στον Σουλτάνο όλα τα νησιά του Αιγαίου που κατείχε. Συνολικά 18 νησιά, καθώς και την Πελοπόννησο.
  3. Η Ρωσία αποχωρεί από τις Παρίστριες Ηγεμονίες (Μολδαβία και Βλαχία) που επιστράφησαν μεν στον Σουλτάνο αλλά ετέθησαν σε ειδικό καθεστώς.
  4. Η Ρωσία εξασφάλισε το δικαίωμα να διατηρεί στόλο στον Εύξεινο Πόντο, αποκτώντας το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας των υπό ρωσική σημαία εμπορικών πλοίων σ΄ αυτόν, καθώς και του ελεύθερου εμπορίου των Ρώσων υπηκόων στην οθωμανική επικράτεια.
  5. Η Ρωσία επέβαλε το ασαφές δικαίωμα προστασίας των ορθόδοξων χριστιανών υπηκόων της Πύλης από τον Τσάρο.
  • . Από πλευράς Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς Ρωσία:
  1. Το χανάτο της Κριμαίας απέκτησε την ανεξαρτησία του από τον σουλτάνο.
  2. Τα διάφορα Φρούρια επί του Ευξείνου Πόντου (Γενικαλέ, Κερτς, Αζοφ κ.ά.) αποδίδονται στη Ρωσία.
  3. Η Οθωμανική αυτοκρατορία υποχρεώθηκε σε καταβολή εξόδων πολέμου, «πολεμικής αποζημίωσης» τεσσάρων εκατομμυρίων χρυσών ρουβλίων.
  4. Κατοχυρώθηκε η αυτονομία των ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των Τατάρων της Κριμαίας.
  5. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε στη Ρωσία το δικαίωμα δημιουργίας ρωσικών προξενείων σε πόλεις της επιλογής της

    Ελληνισμός

    Σε ό,τι αφορά στα ελληνικά ενδιαφέροντα, με την υπογραφή της Συνθήκης κατοχυρώθηκε νομικά το δικαίωμα της χρήσης της ρωσικής σημαίας από Έλληνες πλοιοκτήτες, όπως και η ναυπήγηση πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Χρησιμοποιώντας τη ρωσική σημαία και τη χορήγηση αδείας επιτηδεύματος, σε όσους ύψωναν τη ρωσική σημαία, από τον διοικητή τηςΟδησσού, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά[2]. Ακολουθώντας πιστά τα γεωστρατηγικά της ενδιαφέροντα, η Ρωσία ενδιαφερόταν άμεσα για την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, είτε εξαιτίας της έλλειψης ρωσικών εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά εμπορευμάτων είτε εξαιτίας της ναυτικής δεξιότητας των ελληνικών πληρωμάτων.
    Γενικά οι Έλληνες (στεριανοί και νησιώτες) του ελλαδικού χώρου υποτάσονταν αθέλητα στους Ρώσους και πολλοί εξ αυτών, μετά την υπογραφή της συνθήκης, εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία ιδρύοντας νέους οικισμούς σε εκτάσεις που παραχώρησε η ίδια η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας και ειδικά στους Έλληνες. Αλλά και ένα μεγάλο ρεύμα νησιωτών και πελοποννησίων κατευθύνθηκε στις Μικρασιατικές περιοχές όπου ο ζυγός φαινόταν ελαφρύτερος, καθώς και σε μεγαλύτερα κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως Κωνσταντινούπολη, ή και σε κατεχόμενες περιοχές στην Αυστρία και Ουγγαρία.
    • Το σημαντικότερο άρθρο της Συνθήκης αυτής για τους Έλληνες ήταν το 7ο κατά το οποίο: «Η Πύλη υπόσχεται να παρέχει συνεχή προστασία στη Χριστιανική Θρησκεία και τις εκκλησίες αυτής».

      Ορθοδοξία

      Ιδιαίτερη σημασία για την Ορθοδοξία έχει το γεγονός ότι με την υπογραφή της συνθήκης οι Ρώσοι απέκτησαν το δικαίωμα να κτίσουν στην Κωνσταντινούπολη μια εκκλησία, στη συνοικία του Γαλατά. Η συμφωνία προέβλεπε επιπλέον ότι η εκκλησία ήταν υπό την εποπτεία του ρωσικού πατριαρχείου, το οποίο μπορούσε να έρχεται οποτεδήποτε επιθυμούσε σε επαφή με την Υψηλή Πύλη[3]. Η εκκλησία και το δικαίωμα της προστασίας της ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο διεκδίκησε μεταγενέστερα η Ρωσία το δικαίωμα της προστασίας της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, ακόμη και των Ελλήνων Ορθοδόξων στην οθωμανική επικράτεια. Παρόλο που μια τέτοια διεκδίκηση φαίνεται πιθανώς υπερβολική, η διασύνδεση μέσω του άρθρου 14 της συνθήκης εξυπηρετούσε τις βλέψεις του ρωσικού πατριαρχείου για επικυριαρχία στους ορθόδοξους πληθυσμούς. Ωστόσο, στο τουρκικό κείμενο της συνθήκης όπως το αναπαράγει ο τούρκος ιστορικός Σεβντέτ Πασά δεν αναφέρεται κάποια εκκλησία 'ελληνικού τυπικού' όπως συμβαίνει με τη ρωσική εκδοχή, αλλά την κατονομάζει ως εκκλησία dusujrafa ή dosografa. Η εξέταση του ιταλικού κειμένου που υπογράφηκε ως επίσημο και από τις δύο δυνάμεις υποδεικνύει ότι πρόκειται πιθανώς περί παραφθοράς του Russogreca[4]
      Οπωσδήποτε η ανέγερση ενός νέου ναού αποτελούσε παραβίαση του ισλαμικού νόμου και η Αικατερίνη θα επευφημείτο από τους ορθόδοξους της Κωνσταντινούπολης. Μία εκκλησία υπό ρωσική προστασία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη επιρροή της Αγίας Πετρούπολης στους ορθόδοξους πληθυσμούς. Η αύξηση της θρησκευτικής επίδρασης συμβάδιζε με τις εδαφικές, εμπορικές και διπλωματικές βλέψεις της Ρωσίας.

    Συνέπειες

    Γενικά η Συνθήκη αυτή παρά τη φαινομενική αμοιβαιότητα υποχρεώσεων, τελικά κατάφερε σοβαρό πλήγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ πολλοί είναι εκείνοι οι ιστορικοί που πρεσβεύουν πως αυτή απετέλεσε και την απαρχή της κατάρρευσής της.

Φαναριωτες

Μετά την εγκατάσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον Άγιο Γεώργιο στον λόφο του Φαναρίου το 1601, γύρω του άρχισαν να συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων αστών και παλιών αρχοντικών οικογενειών, οι οποίοι συνέδεαν λίγο-πολύ τα συμφέροντά τους με αυτό. Γρήγορα λοιπόν η συνοικία του Φαναρίου κατέστη το κέντρο του υπόδουλου Ελληνισμού. Γρήγορα οι αστοί αυτοί κατάφεραν να συνδεθούν με την Οθωμανική κυβέρνηση καταλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα στον διοικητικό μηχανισμό

Ο ρόλος τους

Ο πρώτος σημαντικός εκπρόσωπος της ανερχόμενης τάξης είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος κατάφερε να ηγηθεί της Οθωμανικής διπλωματίας κατά τα τέλη του 17ου αιώνα και αργότερα να καταλάβει τα αξιώματα του πρίγκηπα της Βλαχίας και της Μολδαβίας.
Η σταδιοδρομία του υπήρξε πρότυπο για την τάξη των Φαναριωτών που, κατά την επόμενη εκατονταετηρίδα, μονοπώλησαν τα αξιώματα του Δραγουμάνου της Υψηλής Πύλης (αντίστοιχο του σημερινού υφυπουργού εξωτερικών), του Δραγουμάνου του Στόλου (υφυπουργός ναυτικών), πρίγκηπα των Παραδουνάβιων ηγεμονιών ή του Καπού-Κεχαγιά (υπεύθυνος σχέσεων μεταξύ των ηγεμονιών και της οθωμανικής κυβέρνησης-υπουργός εξωτερικών των ηγεμονιών).
Παράλληλα κατάφεραν να κυριαρχήσουν στη ζωή του Πατριαρχείου, ελέγχοντας τις εκλογές των Πατριαρχών, των μητροπολιτών και τη διαχείριση των οικονομικών του

Παρακμή

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης στις Ηγεμονίες και την Πελοπόννησο, υπό την ηγεσία εκπροσώπων των σημαντικοτέρων φαναριωτικών οικογενειών, σήμανε η καταστροφή αυτής της τάξης. Οι περιουσίες τους δημεύτηκαν από τους Οθωμανούς και πολλοί από αυτούς που έμειναν στην Κωνσταντινούπολη εκτελέστηκαν ή δολοφονήθηκαν στα αντίποινα που εξαπέλυσαν οι Οθωμανοί την περίοδο εκείνη. Η προδοσία τους έναντι της Οθωμανικής Κυβέρνησης δεν λησμονήθηκε ποτέ. Κανένας από τους Φαναριώτες δεν θα καταλάβει ξανά κάποιο σημαντικό αξίωμα στην Υψηλή Πύλη. Με την λήξη του πολέμου της ελληνικής ανεξαρτησίας οι εναπομείναντες γόνοι των παλιών οικογενειών καθώς και μέλη της ανερχόμενης αστικής-εμπορικής τάξης θα ανασυστήσουν της τάξη των Φαναριωτών, οι οποίοι θα αποκληθούν «Νεοφαναριώτες». Βάσει της ισχύος τους θα είναι ο έλεγχος τους επί των πρεσβυγενών Πατριαρχείων και η αποκλειστική διαχείριση των περιουσιών τους. Όμως με την εφαρμογή, από τα μέσα του 19ου αιώνα, των Γενικών Κανονισμών από το Πατριαρχείο και η μεταρρύθμιση στους κόλπους του Οθωμανικού κράτους θα τους στερήσει οριστικά τα τελευταία ερείσματα εξουσίας, δηλαδή τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας και το ρόλο του προνομιακού συνομιλητή μεταξύ της Οθωμανικής κυβέρνησης και των Χριστιανών υπηκόων της.

Παιδομαζωμα


Το παιδομάζωμα (Τουρκ. ντεβσιρμέ) ήταν οθωμανική πρακτική στρατολόγησης, κεντρικά οργανωμένης, που είχε γενικά ως σκοπό τη στελέχωση υπηρεσιών του σουλτάνου. Καθιερώθηκε για πρώτη φορά από το σουλτάνο Μουράτ Α΄ (1362-1369). Στρατολογούνταν νεαρά αγόρια από χριστιανικές οικογένειες του οθωμανικού κράτους, τα οποία αργότερα ασπάζονταν το Ισλάμ και εκπαιδεύονταν ώστε να στελεχώσουν διάφορες κρατικές υπηρεσίες. Η πλειοψηφία προοριζόταν για τα τάγματα του καπίκουλου, ειδικότερα τους γενίτσαρους, ενώ άλλοι κατέληγαν να υπηρετούν στο παλάτι του σουλτάνου.
Τα όρια ηλικίας των αγοριών, όπως καταγράφονται σε διαφορετικές πηγές, εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις, ενώ αναφέρεται ως κατώτατη ηλικία αυτή των οκτώ ετών και ως ανώτατη των είκοσι. Μεταγενέστερα οθωμανικά έγγραφα, του 17ου αιώνα, συγκεκριμενοποιούν τα όρια μεταξύ 15-20 ετών[1]. Ως προς τη συχνότητά του, αρκετές αναφορές υποστηρίζουν πως το παιδομάζωμα συνέβαινε ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κάθε πέντε χρόνια ή κατά άλλες εκτιμήσεις ετησίως. Περισσότερο πιθανό μοιάζει πως οργανωνόταν ανάλογα με τις ανάγκες των σουλτάνων. Αντιφατικές είναι επίσης οι αναφορές στο πλήθος των παιδιών που τελικά στρατολογούνταν. Αρκετές υποστηρίζουν, μάλλον λανθασμένα, πως στρατολογούνταν μία συγκεκριμένη αναλογία παιδιών, με εκτιμήσεις που κυμαίνονται από ένα ανά πέντε αγόρια, έως ένα ανά τρία. Φιρμάνι των αρχών του 16ου αιώνα μαρτυρά πως εκείνη την εποχή ο αριθμός των παιδιών καθοριζόταν εκ των προτέρων και υπολογιζόταν να είναι ένα αγόρι 14-18 ετών ανά 40 οικογένειες[1].
Το 1601 με φιρμάνι της Υψηλής Πύλης προς τις οθωμανικές αρχές της Ρούμελης, που είχε ημερομηνία 29 Μαρτίου, ορίζεται ότι: «Οι νέοι των απίστων (που προορίζονται για γενίτσαροι) έπρεπε να είναι καλλίμορφοι, αρτιμελείς και προς πόλεμον κατάλληλοι... Όταν κανείς αντιστεί εις την παράδοσιν των γενιτσάρων ν' απαγχονίζεται ευθύς εις το κατώφλι της θύρας του...».
Στο διάστημα 1609-1635 υπήρξε δραστική αύξηση αριθμού γενιτσάρων εις βάρος των σπαχήδων. Από 1000 γενίτσαρους στην αρχή του θεσμού δημιουργούνται 100.000+ (πεζικό) και από 70.000 σπαχήδες μειώνονται σε λιγότερους από 9000 (ιππικό). Αυτό επιτυγχάνεται με το παιδομάζωμα (ηλικίες 5-8 ετών), χωρίς την έγκριση των Ουλεμά (επιβολή αλλαξοπιστίας - Devshirmeh ?).
Το παιδομάζωμα καταργήθηκε το 1638 από το Μουράτ Δ΄ (Σουλτάνος 1623-1640), ύστερα από τις εξεγέρσεις. Προσπάθειες για την εκ νέου εφαρμογή του θεσμού απέτυχαν, κυρίως λόγω των αντιρρήσεων των ιδίων των γενιτσάρων, οι οποίοι πλέον είχαν αποκτήσει δύναμη και ήθελαν να διατηρήσουν τα δικαιώματα για τους εαυτούς τους.

Μυστρας


Ο Μυστράς ήταν Βυζαντινή πολιτεία της Πελοποννήσου και απέχει έξι χιλιόμετρα ΒΔ της Σπάρτης. Σήμερα είναι ερειπωμένος και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού των δύο τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Η ιστορία "της νεκρής πολιτείας" σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα όταν συμπληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β' Βιλλαρδουίνος έκτισε το κάστρο του στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή που λεγόταν Μυστράς ή Μυζυθράς λόγω του σχήματός του ή εκ του ονόματος του παλαιότερου ιδιοκτήτη που λεγόταν Μυζηθράς.
"Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος.
κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το."
Ο Μυστράς
Το παλάτι των Παλαιολόγων
Το σημείο όπου ορκίστηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Μετά την ήττα των Φράγκων στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 το κάστρο του Μυστρά παραχωρήθηκε στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο. Από το 1262 έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού του "σεβαστοκράτορος" και από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδός του,που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαίμονος έρχονται και εγκαθίστανται γύρω από το κάστρο, γι'αυτό και η κατοικημένη περιοχή,που ονομάζεται χώραοχυρώθηκε με τείχος. Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε και νέα συνοικία, έξω από το τείχος,που ονομάσθηκε κάτω χώρα και προστατεύθηκε επίσης με τείχος. Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβάλλεται και οι στρατηγοί γίνονται μόνιμοι διοικητές και κατά τα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς καθίσταται πρωτεύουσα της Βυζαντινής Πελοποννήσου. Έτσι δημιουργήθηκε το Δεσποτατο του Μωρεως. Συνετοί Δεσπότες όπως ο Μανουήλ Καντακουζηνός, ο Θεόδωρος Β'Παλαιολόγος, ο Κωνσταντινος ο Β΄ Παλαιολογος, ο μετέπειτα τελευταίος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνετέλεσαν ώστε ο Μυστράς να επεκτείνει την εξουσία του σε όλη την Πελοπόννησο και να γίνει εστία της πολιτικής και πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας, καθώς και το κέντρο της αναγεννήσεως των γραμμάτων και των τεχνών. Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου, σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ'όλους, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Το 1460 ο Μυστράς παραδίνεται στους Τούρκους και από τότε αρχίζει η παρακμή του. Τη περίοδο 1687 έως 1715 τον Μυστρά όπως και όλη τη Πελοπόννησο τον κατείχαν οι Βενετοί. Και το 1770 κατά την επανάσταση του Ορλώφ ένα μικρό στράτευμα Ελλήνων και Ρώσων έκλεισε την τούρκικη φρουρά μέσα στο κάστρο. Τότε οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες, που μόνο χάρη στον τότε Μητροπολίτη που μπήκε μεσ΄ τη μάχη με το σταυρό κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά είναι σημαντική. Το 1825 λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους τουΙμπραήμ και από τότε,σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς το σημερινό ομώνυμο χωριό στους πρόποδες του λόφου.Με την ίδρυση του ελεύθερου κράτους οι Αρχές της επαρχίας Λακωνίας εγκαταστάθηκαν στο ερειπωμένο Μυστρά, λίγο όμως αργότερα, το 1834 ο ΒασιλιάςΌθων θεμελιώνει τη νέα πόλη τη Σπάρτη επί του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου που εκπονήθηκε στην Ελλάδα για να ακολουθήσει στη συνέχεια τοΓύθειο. Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν τον Μυστρά και οι τελευταίοι κάτοικοί του. Ένα δίστιχο που λεγόταν γύρω στα 1840 εγκωμίαζε τα διπλανά χωριά ενώ υπενθύμιζε την εγκατάλειψη του Μυστρά.
"Παρόρι με τα κρύα νερά κι΄ Άι Γιάννη με τ΄ άνθη.
κι΄ εσύ, καημένε μου Μυστρά, που σ΄ έφαγεν η Σπάρτη"

Οι εκκλησίες του Μυστρά

Άποψη του Μυστρά. Χαρακτικό του Bartlett, Παρίσι 1843
  • Άγιος Δημήτριος (Μητρόπολη) κτίσθηκε το 1310. Βασιλική ξυλόστεγη, με ωραία γλυπτά στο τέμπλο και τοιχογραφίες. Στο προαύλιο της βρίσκεται το Μητροπολιτικό μέγαρο, σήμερα το Μουσείο του Μυστρά.
  • Ευαγγελίστρια, μονώροφη με χαρακτηριστικό πλατύ νάρθηκα.
  • Άγιοι Θεόδωροι, με το χαρακτηριστικό πασίγνωστο οκτάγωνο τρούλο, η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκκλησία του Μυστρά. Διατηρεί εντυπωσιακές τοιχογραφίες μεταξύ των οποίων και προσωπογραφία του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου με χρονολογία 1423. Εδώ και ο τάφος του Δεσπότη του Μορέως Θεοδώρου Α'.
  • Αφεντικό, έτσι ονομάζεται τρίκλινος διώροφος τρουλωτός ναός με δύο εκατέρωθεν παρεκκλήσια εκείνο των "χρυσοβούλλων" επειδή εσωτερικά καλύπτεται με αγιογραφική σύνθεση αγέλων να κρατούν χρυσόβουλλα των ετών 1314, 1319, 1320 και 1322, και το άλλο του Ανδρόνικου που εικονίζονται ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος και ο Δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος.Όλες οι παραπάνω εκκλησίες βρίσκονται στο ένα τμήμα της πόλης του Μυστρά του Βροχοτονίου. Στο άλλο τμήμα δίπλα στον εντυπωσιακό πύργο  εκκλησία χτισμένη μέσα σε σπηλιά, πρόκειται για το καθολικό της μονής της Παναγίας της Περιβλέπτου του 1350.
  • Πάνω από την Περίβλεπτο ορθώνεται η μονή της Παντάνασσας (γυναικείο μοναστήρι) η εκκλησία της οποίας είναι το καλλίτερο διατηρούμενο μνημείο. Εκεί βρίσκονται και οι τάφοι της δέσποινας Κλεόπα Μαλατέστα και της Θεοδώρας, της συζύγου του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
  • Αγία Σοφία, πάνω από τα παλάτια των Δεσποτάδων, μικρή και απέριττη του 1350 και τέλος
  • Άγιος Νικόλαος σταυροειδής τρουλωτός κτισμένος επί τουρκοκρατίας.Γενικά οι εκκλησίες του Μυστρά αποτελούν χώρο μάθησης της βυζαντινής αρχιτεκτονικής ζωγραφικής, αγιογραφίας και χωροταξικής μελέτης της εποχής λίγο πριν την αναγέννηση.